Αρχική Αφιέρωμα Κίμων Λάσκαρης: Όταν ο Λαμιώτης μηχανικός “έχτιζε” το σπίτι του Φώτη Κόντογλου...

Κίμων Λάσκαρης: Όταν ο Λαμιώτης μηχανικός “έχτιζε” το σπίτι του Φώτη Κόντογλου και ο Τσαρούχης με τον Εγγονόπουλο ήταν μαθητές του

 

Ανάμεσα στα σπουδαία εκθέματα της ανακαινισμένης Εθνικής Πινακοθήκης βρίσκεται μια τοιχογραφία του λαϊκού ζωγράφου, αγιογράφου και λογοτέχνη, Φώτη Κόντογλου, με την οποία διακόσμησε το σπίτι του.  Ένα σπίτι που, όπως διαβάζουμε, στην αφιερωματική επιγραφή της τοιχογραφίας έχτισε ο Λαμιώτης μηχανικός Κίμων Λάσκαρης, το 1932.  Στην εν λόγω επιγραφή, μάλιστα, ο Φώτης Κόντογλου τον αναφέρει ως τον “Τζενιέρη Κίμωνα Λάσκαρη από Λαμία”.  Όπου “τζενιέρης” σημαίνει “μηχανικός”, λέξη που πιθανολογείται ότι προέρχεται από το ιταλικό ingegnere που έχει την ίδια σημασία.

Πρόκειται για ένα από τα πρώτα έργα του Λάσκαρη στην Ελλάδα, μετά την επιστροφή του από το Παρίσι, όπου σπούδαζε.  Αργότερα, όπως είναι γνωστό, σχεδίασε τα περίφημα Προσφυγικά της Λεωφόρου Αλεξάνδρας και φυσικά το κτίριο του Δημοτικού Θεάτρου Λαμίας που αποτελεί, μέχρι και σήμερα, ένα στολίδι της πόλης μας.

Όπως μάς ενημερώνει η Εθνική Πινακοθήκη, το μνημειακό αυτό σύνολο κοσμούσε το σπίτι του ζωγράφου και αποτοιχίστηκε με χορηγία των αδελφών Βασίλη και Νίκου Γουλανδρή εις μνήμην του αδελφού τους Κωνσταντίνου. Είναι ένα επιβλητικό σύνολο, στην εκτέλεση του οποίου συνέδραμαν οι μαθητές του Κόντογλου, Γιάννης Τσαρούχης και Νίκος Εγγονόπουλος. Και είναι σημαντικό, γιατί ο ζωγράφος το φιλοτέχνησε για τον εαυτό του, δεν υπήρχε λοιπόν κανένας εξωτερικός προσδιορισμός. Έκανε αυτό που του άρεσε και πράγματι αυτό το έργο ισοδυναμεί με εξομολόγηση, με μαρτυρία.

Ο τοίχος έχει χωριστεί με κόκκινες ταινίες, αρχιτεκτονικά οργανωμένες, σε εικονογραφικές ζώνες και πίνακες. Κάθε χώρος περιέχει άλλη σκηνή. Αυτή τη διάταξη την είχε μελετήσει στη διακόσμηση των μεταβυζαντινών ναών. Εξάλλου ο Κόντογλου ήταν και σημαντικός εικονογράφος ναών. Στο κάτω μέρος ζωγραφίζει ένα λευκό πτυχωμένο παραπέτασμα, όπως ακριβώς έκαναν συχνά και οι βυζαντινοί στις εκκλησιές τους. Στην επάνω ζώνη, μέσα σε στρογγυλά μετάλλια, τοποθετεί το πάνθεόν του: όλους δηλαδή τους συγγραφείς και ζωγράφους που θαύμαζε, ξεκινώντας από τον Όμηρο, τον Πυθαγόρα, τον Ηρόδοτο και τον Πλούταρχο, παρεμβάλλοντας τους βυζαντινούς ζωγράφους Πανσέληνο και Θεοφάνη, ως τον Δομήνικο Θεοτοκόπουλο. Όλοι έχουν απεικονιστεί σαν βυζαντινοί ασκητικοί άγιοι. Τα μετάλλια είναι δεκατέσσερα και αξίζει να διαβάσει κανείς τις υπογραφές που συνοδεύουν κάθε μορφή, για να δει ποια ήταν τα πρότυπα των δημιουργών που θαύμαζε ο Κόντογλου. Στο υπέρθυρο είχε απεικονίσει, πάντα με τη βυζαντινή τεχνοτροπία, την οικογένειά του: τον εαυτό του, τη γυναίκα του Μαρία και τη μοναχοκόρη του Δεσπούλα. Δεξιά και αριστερά έχει ζωγραφίσει τον ήλιο και τη σελήνη, όπως έκαναν οι βυζαντινοί αγιογράφοι.

 

Στους υπόλοιπους πίνακες ο Κόντογλου έχει ζωγραφίσει με φαντασία και με σουρεαλιστική, θα έλεγα, ελευθερία τις σκηνές που στοίχειωναν τη φαντασία του και που έχει περιγράψει στα υπέροχα αφηγήματά του: “”Ο ευτυχισμένος Κονέκ-Κονέκ””, “”Οι Ολλανδοί”” θαλασσοπόροι που γειτονεύουν με τους “”Ανθρωποφάγους”” της Καραϊβικής· στη διπλανή σκηνή ο ευφάνταστος δημιουργός απεικονίζει τον βιβλικό “”Κατακλυσμό””, εμπνεόμενος από τον εικονογραφικό τύπο των Αγίων Σαράντα. Αριστερά από την πόρτα απεικόνισε το “”Φακίρη της Ινδίας”” σαν ασκητή άγιο, ενώ στον μεγάλο πίνακα που αφήνουν ανάμεσά τους οι δύο πόρτες έβαλε να συγκατοικήσουν, παραβιάζοντας κάθε λογικό κανόνα χώρου και χρόνου, έναν “”Αϊβαλιώτη καπετάνιο”” που στέκεται ανάμεσα σε έναν “”Άγριο της Ιάβας”” και έναν “”Άγριο της Βραζιλίας””. Προσέξτε τα εξωτικά ζώα και ζωύφια, που συνοδεύονται από το όνομά τους κάτω στο έδαφος. Ο Κόντογλου υπήρξε μοντέρνος και σουρεαλιστής με τον δικό του τρόπο. Η βυζαντινή τεχνική, το κωδικοποιημένο σχέδιο στην απόδοση του σώματος, το πλάσιμο με τα επάλληλα στρώματα –από τον προπλασμό ως τα σαρκώματα και τα φώτα– τα βυζαντινά χρώματα –ώχρες, σιένες, καστανά, λευκά, κιννάβαρι για το κόκκινο– ενοποιούν αυτά τα ετερόδοξα παράξενα πλάσματα που συγκατοικούν στο «φανταστικό μουσείο» του ζωγράφου και στον τοίχο του σπιτιού του. Ένας κόσμος γοητευτικός, γνώριμος και μαζί εξωτικός. Ο χαμένος παράδεισος της Ανατολής του Φώτη Κόντογλου.

Ο τοίχος του Φώτη Κόντογλου, όπως είναι εκτεθειμένος στην Εθνική Πινακοθήκη, εισάγει στο χώρο που έχει αφιερωθεί στη Γενιά του `30. Στην προηγούμενη περίοδο, ακόμη και στη δεκαετία του `20, οι Έλληνες ζωγράφοι χρησιμοποιούσαν ζωηρά και φυσικά χρώματα: το κόκκινο, το πράσινο, το κίτρινο, το γαλάζιο κ.λπ. Οι καλλιτέχνες της Γενιάς του `30, ακόμη και ο Παρθένης, φαίνεται να έχουν επηρεαστεί από τη βυζαντινή κλίμακα του Κόντογλου. Αυτό δείχνει πόσο βαθιά επηρέασε τους ζωγράφους της γενιάς του ο Κόντογλου, ακόμη και αν δεν ανήκαν στον κύκλο του. Πρέπει ωστόσο να παρατηρήσουμε ότι σε αυτή τη στροφή προς τα πιο νοητικά χρώματα συνέτεινε και μια άλλη επίδραση που ερχόταν από το Παρίσι: ήταν η επίδραση του Αντρέ Ντεραίν (1880 – 1954), φίλου του χαράκτη και ζωγράφου Δημήτριου Γαλάνη (1879 – 1966), που είχε κι αυτός υιοθετήσει την ίδια σκοτεινή κλίμακα στην περίοδο του Μεσοπολέμου και επηρέασε πολλούς Έλληνες ζωγράφους της Γενιάς του `30.”

Οι πληροφορίες για το συγκεκριμένο έργο του Κόντογλου προέρχονται από την ιστοσελίδα της Εθνικής Πινακοθήκης.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.