Αρχική Επιστήμη Παγκόσμια Ημέρα Αρχαιολογίας – Παρελθόν και παρόν «γίνονται» ένα

Παγκόσμια Ημέρα Αρχαιολογίας – Παρελθόν και παρόν «γίνονται» ένα

Με αφορμή τη Παγκόσμια Ημέρα Αρχαιολογίας κάθε χρόνο το τρίτο Σάββατο του Οκτώβρη…

Ο εορτασμός της Παγκόσμιας Ημέρας Αρχαιολογίας είναι μια πρόσφατη πρωτοβουλία που ξεκίνησε το 2011 στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής. Στη πρώτη αυτή προσπάθεια καθιέρωσης του θεσμού ανταποκρίθηκαν 37 πολιτείες των ΗΠΑ, 4 επαρχίες του Καναδά και το Ηνωμένο Βασίλειο. Από τότε μέχρι σήμερα όλο και πιο πολλές χώρες συμμετέχουν διοργανώνοντας δραστηριότητες και εκδηλώσεις εκείνη την ημέρα απευθυνόμενες σε όλες τις ηλικίες.

Η χώρα μας συμμετέχει από το 2014, όμως έχουν γίνει ελάχιστες προσπάθειες καθιέρωσης κάποιων προγραμμάτων ή εκδηλώσεων για το ευρύ κοινό. Με τον αρχαιολογικό πλούτο που υπάρχει σε κάθε γωνιά της Ελλάδας είναι κρίμα να μην επιδιώκεται η ευαισθητοποίηση και η συμμετοχή περισσότερων ανθρώπων στη προσπάθεια της αρχαιολογίας να ανακαλύψει το μακρινό παρελθόν μας και να μεταδώσει αυτή τη γνώση στη κοινωνία. Η γνώση αυτή μας τροφοδοτεί με νέες δυνατότητες ερμηνείας των κοινωνικών συνόλων και μας συνδέει με τα επιτεύγματα του πολιτισμού ανά τους αιώνες.

Λίγα λόγια για την αρχαιολογία

αρχαιολογία είναι η «συστηματική μελέτη των υλικών καταλοίπων του απώτερου ή πιο πρόσφατου ανθρώπινου παρελθόντος μέσω της εφαρμογής θεωρίας και μεθόδου». Το 1948 ο Γουόλτερ Τέιλορ (Walter Taylor) έδωσε έναν πρώτο ορισμό της αρχαιολογίας γράφοντας πως «η Αρχαιολογία δεν είναι ιστορία, ούτε ανθρωπολογία. Ως αυτόνομη επιστήμη περιλαμβάνει τη δική της μεθοδολογία και εξειδικευμένες τεχνικές για τη συγκέντρωση ή παραγωγή πολιτισμικής πληροφόρησης». Σύμφωνα με τον Βρετανο αρχαιολόγο Μόρτιμερ Γουίλερ (Sir Robert Eric Mortimer Wheeler)«ο αρχαιολόγος φέρνει στο φως ανθρώπους» και με την έννοια αυτή η αρχαιολογία είναι μελέτη των υλικών καταλοίπων και της ανθρώπινης εμπειρίας του παρελθόντος. 

Ως αρχαιολογική θεωρία ή αρχαιολογική σκέψη ή φιλοσοφία της αρχαιολογίας εννοούνται οι διαφορετικές θεωρήσεις που αναπτύχθηκαν για την πρακτική της αρχαιολογίας και την ερμηνεία των αρχαιολογικών μαρτυριών.Έως τα μέσα του 20ου αιώνα και την ανάπτυξη της τεχνολογίας, με σημαντικότερη την επανάσταση στον τομέα της χρονολόγησης και την ανάπτυξη της μεθόδου χρονολόγησης με ραδιενεργό άνθρακα 14C από τον Αμερικανό χημικό Γουΐλαρντ Λίμπι (Willard Libby) το 1949 και την παλυνολογική ανάλυση υπήρχε η γενική αντίληψη πως η αρχαιολογία συνδεόταν στενά μόνο με την ιστορία και την ανθρωπολογία. Σταδιακά επιστήμες, όπως η φυσική, η χημεία, η βιολογία, η μεταλλουργία, η μηχανική, η ιατρική συνεπικουρούν την αρχαιολογία οδηγώντας σε θεαματικά αποτελέσματα και πορίσματα αρχαιολογικών ερευνών.

Με τον όρο αρχαιολογική μαρτυρία εννοείται το σύνολο των δεδομένων που καταγράφονται από τους αρχαιολόγους και αποτελούν υλικά κατάλοιπα της αρχαίας ανθρώπινης συμπεριφοράς. Αναγνωρίζονται τέσσερις κύριες κατηγορίες αρχαιολογικής μαρτυρίας: α) τα τέχνεργα, ή τεχνουργήματα (artefacts) δηλαδή όλα τα ανθρωπογενή κινητά αντικείμενα, όπως όπλα, εργαλεία, αγγεία κ.α, β) οι κατασκευές, επίσης ανθρωπογενή μη κινητά ευρήματα, όπως οι τάφοι, οι δεξαμενές κ.α, γ) τα κτίσματα, όπως οι κατοικίες, οι ναοί ή άλλα δημόσια κτίρια και δ) τα οικοδεδομένα (ecofacts), οργανικά και ανόργανα κατάλοιπα του φυσικού περιβάλλοντος που συνδέονται ωστόσο με την ανθρώπινη συμπεριφορά στο εγγύς ή απώτερο παρελθόν, όπως οστά ζώων, σπόροι και καρποί, ιζήματα κ.α.

Οι τοποθεσίες στις οποίες τα παραπάνω ευρήματα παρουσιάζουν υψηλή πυκνότητα εμφάνισης ονομάζονται αρχαιολογικές θέσεις ή αρχαιολογικοί τόποι (sites). Η ακριβής χωροχρονική θέση ενός ευρήματος, μαζί με το άμεσο περιβάλλον του, αποτελούν το αρχαιολογικό πλαίσιο της αρχαιολογικής μαρτυρίας.  Η συσχέτιση των ευρημάτων μιας αρχαιολογικής θέσης βασίζονται δύο θεμελιώδεις αρχές της αρχαιολογίας: την αρχή της συσχέτισης, σύμφωνα με την οποία ένα εύρημα είναι σύγχρονο με άλλα ευρήματα και την αρχή της επαλληλίας, σύμφωνα με την οποία τα στρώματα της Γης είναι διατεταγμένα το ένα πάνω στο άλλο διαδοχικά με τα κατώτερα να αποτελούν τα αρχαιότερα στρώματα. Στη δεύτερη αρχή βασίζεται η στρωματογραφία, η μελέτη δηλαδή της διαστρωμάτωσης μιας αρχαιολογικής θέσης.

Κλάδοι της Αρχαιολογίας

Η προϊστορική αρχαιολογία ασχολείται με αρχαίους πολιτισμούς που δεν έχουν αφήσει γραπτές μαρτυρίες.Ο όρος εισήχθη τον 19ο αι. από Άγγλους και Γάλλους ερευνητές, που μελέτησαν την παλαιολιθική εποχή με βάση τις θετικές επιστήμες και την γεωλογία, και καλύπτει την εξέλιξη της ανθρώπινης ζωής, από τις πηγές της έως την εμφάνιση των πρώτων γραπτών αρχείων. Εξαιτίας της έλλειψης γραπτών αρχείων οι προϊστορικοί αρχαιολόγοι βασίζονται αποκλειστικά στα υλικά κατάλοιπα, όπως τα λίθινα εργαλεία (λιθοτεχνία) ή οστέινα εργαλεία, βραχογραφίες σε σπήλαια, αρχαιοβοτανικά κατάλοιπα ή οστά ζώων (ζωοαρχαιολογία).

Στην καθιερωμένη έννοιά της η κλασική αρχαιολογία εξετάζει τον αρχαίο ελληνικό και τον ρωμαϊκό κόσμο και γραπτές μαρτυρίες του, οι οποίες απέκτησαν «κλασική» θέση στον δυτικό πολιτισμό. Είναι ο κόσμος στον οποίο κατοίκησαν οι Έλληνες και οι Ρωμαίοι μεταξύ του 8ου  αι. π.Χ και του 4ου αι. μ.Χ. Η κλασική αρχαιολογία προσαρμόζεται διαρκώς στις επιταγές και τις ανάγκες της αρχαιολογικής επιστήμης, που διαρκώς εμπλουτίζεται, όχι μόνον από δεδομένα αρχαιολογικών ανασκαφών, αλλά και νεότερες ερμηνευτικές τάσεις αρμονικά συνδυαζόμενες με τις προσεγγίσεις των θετικών επιστημών και την συναρμογή ανθρωπολογικών ερμηνευτικών τάσεων. Παρά τη αρχική στενή θεώρησή της με τον αρχαίο ελληνικό και ρωμαϊκό κόσμο λα αμβάνει, η κλασική αρχαιολογία σήμερα περιλαμβάνει τη Γαλλία και τη Μεγάλη Βρετανία, τις ακτές της Β. Αφρικής, την Εγγύς και Μέση Ανατολή και ορίζει διακριτές θεωρήσεις της ιδέας του κλασικού.

Με τον όρο μεσαιωνική αρχαιολογία νοείται η μελέτη του ευρωπαϊκού μεσαίωνα, ιδιαίτερα για την περίοδο που εκτείνεται από τον 5ο έως τον 15ο αι. Η μεσαιωνική αρχαιολογία καλύπτει τους πολιτισμούς των Βίκινγκς, των Σαξόνων και των Φράγκων. Η μεσαιωνική περίοδος στην Ευρώπη μαρτυρεί την προέλευση και την ανάπτυξη των πόλεων, την ανάπτυξη του εμπορίου και την βιοτεχνική εξειδίκευση, όπως και τον σχηματισμό πολιτικών κρατών.

Η βυζαντινή αρχαιολογία ανήκει ουσιαστικά ως κλάδος στην μεσαιωνική αρχαιολογία, αλλά ασχολείται σχεδόν αποκλειστικά με την αρχαιολογία της Κωνσταντινούπολης, πρωτεύουσας της βυζαντινής αυτοκρατορίας, και αστικών κέντρων της βυζαντινής επικράτειας από τον 4ο έως τον 12ο αιώνα. Ο όρος σταδιακά διευρύνθηκε, ώστε να περιλαμβάνει τμήμα της ιστορίας της οθωμανικής αυτοκρατορίας ως συνέχειας του βυζαντινού κόσμου από τον 13ο έως τον 15ο αιώνα, στο βαθμό που ακολούθησε και διατήρησε τα θέσμια της βυζαντινής κοινωνίας.

Η βιβλική αρχαιολογία ερευνά την αρχαιολογία της Παλαιστίνης και την εποχή του Χαλκού και την εποχή του Σιδήρου, δηλαδή την χρονολογική περίοδο της Παλαιάς Διαθήκης, όταν η περιοχή κατοικείτο από τους Χαναανίτες και τους Ισραηλίτες.  Θεωρείται ενίοτε κλάδος της συροπαλαιστινιακής αρχαιολογίας που διεξάγεται στην περιοχή μεταξύ του σύγχρονου Ισραήλ, της Ιορδανίας, του Λιβάνου και της Συρίας και ασχολείται με εξιστορήσεις, περιγραφές και συζητήσεις της Παλαιάς και ενίοτε της Καινής Διαθήκης.

Η χριστιανική αρχαιολογία έγινε επιστημονικός κλάδος περί τον 19ο αιώνα από ερευνητές όπως ο ανατολιστής Γιόχαν Γιαν (Johann Jahn), ο Έντουαρντ Ρόμπινσον (Edward Robinson) και ο Φλίντερς Πέτρι (Sir Flinders Petrie). Κυρίαρχη μορφή της χριστιανικής αρχαιολογίας στον 20ό αιώνα υπήρξε ο Γουίλιαμ Φ. Όλμπραϊτ (William F. Albright). Ήταν εκείνος που εφάρμοσε την χριστιανική αρχαιολογία στις σύγχρονες συζητήσεις σχετικά με την προέλευση και την αξιοπιστία των βιβλικών αφηγήσεων, σε σχέση με τα ιστορικά γεγονότα που περιγράφονται στην Βίβλο.

Η αρχαιολογία του γένους είναι συγκεκριμένος τρόπος προσέγγισης σε ζητήματα ερμηνείας των αρχαιολογικών μαρτυριών σχετιζόμενη με ζητήματα ισχύος, αυτονομίας και συμβολικών νοημάτων που συνδέονται με την έννοια του αρσενικού και του θηλυκού σε διαφορετικές κοινωνίες. Όπως είναι φυσικό το ενδιαφέρον της αρχαιολογίας στη συγκεκριμένη περίπτωση εστιάζεται στις αλληλεπιδράσεις των σχέσεων του γένους με άλλες κοινωνικές κατηγορίες όπως είναι οι τάξεις, η ηλικία, η εθνική ταυτότητα, η θρησκεία και η συγγένεια.

Η αστική αρχαιολογία είναι διακριτός κλάδος, που εφαρμόζει τις αρχαιολογικές μεθόδους για τη μελέτη μεγάλων πόλεων και αστικών περιοχών, όπως επίσης και τη διαδικασία της αστικοποίησης. Οι αρχαιολόγοι που ασχολούνται με τις πόλεις, μέσω της αστικής αρχαιολογίας στρέφουν τις προσπάθειές τους σε έρευνες, για να δώσουν απαντήσεις σε αυξανόμενα σημαντικά ανθρωπολογικά και ιστορικά ερωτήματα. Το έργο τους οδηγεί, επίσης, στην αναγνώριση και καταγραφή των φυσικών πτυχών των προγενέστερων σταδίων στην ανάπτυξη της πόλης.

Η Ironbridge Gorge μία από τις πρώτες περιοχές που έγιναν αντικείμενο μελέτης της βιομηχανικής αρχαιολογίας και το 1986 έγινε μία από τις πρώτες βιομηχανικές θέσεις που έγιναν Μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς. Ο όρος εισήχθη από τον Ντόναλντ Ντάντλι (Donald Dudley) το 1950 για να περιγράψει τον αναδυόμενο τότε κλάδο της αρχαιολογίας, η οποία ασχολείτο ιδιαίτερα με μνημεία και δομές χρονολογημένες από τη Βιομηχανική επανάσταση και μεταγενέστερα. Εξαιτίας των ιδιαίτερων ενδιαφερόντων που ανακύπτουν από ένα τέτοιο ερευνητικό πεδίο, η αρχαιολογία συνεργάζεται με άλλους επιστημονικούς κλάδους ή τέχνες, όπως είναι η μηχανική, η αρχιτεκτονική, η οικοδομική, η ναυπηγική και η υφαντική κ.α.

Η γνωστική αρχαιολογία, ένας ιδιαίτερα ενδιαφέρων κλάδος της αρχαιολογίας, σχετίζεται αρχικά με τη μελέτη των παρελθόντων τρόπων σκέψης και των συμβολικών δομών που αναπτύσσονται από συγκεκριμένα πρότυπα υλικών πολιτισμών. Σημαντική θεωρείται η συμβολή του Κόλιν Ρένφριου (Colin Renfrew), που επιχείρησε να δείξει ότι η αλληλεπίδραση με τον υλικό κόσμο είναι το θεμέλιο για την εξέλιξη του πολιτισμού και της σκέψης. 

Η κοινωνική αρχαιολογία, διακριτός κάδος της αρχαιολογίας που αναπτύχθηκε το 1970 από τον Colin Renfrew και άλλους που θεωρούν ότι η κατανόηση του αρχαιολογικού παρελθόντος χρειάζεται να περιλαμβάνει την αναδόμηση των αρχαίων κοινωνιών και των κοινωνικών πρακτικών στο σύνολό τους. Σύμφωνα με αυτή την πρακτική τα τεχνουργήματα και τα άλλα αρχαιολογικά ευρήματα ερμηνεύονται μέσω του κοινωνικού τους εννοιολογικού πλαισίου και η έρευνα εστιάζεται σε συστήματα, οργανισμούς και κοινωνική οργάνωση, πριν προσπαθήσει να κατανοήσει το ρόλο των ατόμων και των πράξεών τους.

Η περιβαλλοντική αρχαιολογία σχετίζεται ιδιαίτερα με την καταγραφή και την κατανόηση του φυσικού περιβάλλοντος, μέσα στο οποίο λειτουργούσε κάποιο ιδιαίτερο πολιτισμικό σύστημα. Το θεωρητικό σώμα περιβαλλοντικής αρχαιολογίας βασίζεται κυρίως σε γεωλογικές και βιολογικές θεωρίες και πρακτικές και στοχεύει στην αναδόμηση μιας εικόνας της χρήσης της γης σε ένα αρχαιολογικό τόπο ή γύρω από αυτόν σε μια ιδιαίτερη φάση της ιστορίας του.

Η μαρξιστική αρχαιολογία αποτελεί ξεχωριστή προσέγγιση στην αρχαιολογική ερμηνεία, με προεξάρχοντα τον Αυστραλό αρχαιολόγο Γκόρντον Τσάιλντ (Vere Gordon Childe) και  αντλεί το θεωρητικό της υπόβαθρο από τις θεωρίες του Καρλ Μαρξ και του Φρίντριχ Έγκελς για τις κοινωνικές αλλαγές και τα ανακύπτοντα ζητήματα κοινωνικών σχέσεων. Οι Μαρξιστές θεωρούν πώς κάθε κοινωνία καθορίζεται και διαμορφώνεται από τον «τρόπο παραγωγής» της, στον οποίο ενσωματώνονται τόσο οι «δυνάμεις παραγωγής» (επιστήμη, τεχνολογία και όλοι οι άλλοι ανθρώπινοι και φυσικοί πόροι) και οι «σχέσεις παραγωγής» (οι τρόποι δηλαδή με τους οποίους σχετίζονται οι άνθρωποι μεταξύ τους στην παραγωγή και την κατανομή των αγαθών).

Η πειραματική αρχαιολογία είναι κλάδος της αρχαιολογικής έρευνας που ασχολείται με τη διενέργεια προσεκτικά ελεγχόμενων πειραμάτων, τα οποία βοηθούν στην ερμηνεία της αρχαιολογικής μαρτυρίας. Με τους πειραματισμούς της η πειραματική αρχαιολογία έχει δώσει αναπάντεχες λύσεις σε θεωρητικούς προβληματισμούς, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις ανακατασκευής αρχαίων σκαφών και ταξιδιών που απέδειξαν την δυνατότητα πολιτισμικής μεταβίβασης σε μακρινές αποστάσεις.

Η σωστική αρχαιολογία ως όρος χρησιμοποιήθηκε πρώτη φορά στη Βρετανία τη δεκατία 1960-1970 για την αρχαιολογία πεδίου που έχει ως στόχο της την διάσωση απειλούμενων αρχαιολογικών πεδίων. Η αυξανόμενη καταστροφή αρχαιολογικών τόπων εξαιτίας της υπέρμετρης αστικής ανάπτυξης και της κατασκευής μεγάλων λεωφόρων οδήγησε στην νομοθετική κατοχύρωση της σωστικής αρχαιολογίας. σ

Η υποβρύχια αρχαιολογία είναι κλάδος της αρχαιολογίας που ασχολείται με την αναζήτηση, μελέτη και έρευνα αρχαιολογικών τόπων, αποθέσεων και ναυαγίων που βρίσκονται κάτω από την επιφάνεια του νερού των θαλασσών, των ακτών των ωκεανών, των λιμνών και των ποταμών. Πρόκειται ίσως για τη δυσκολότερη αρχαιολογική έρευνα, γιατί αφενός διεξάγεται σε υπερβαρικό περιβάλλον και απαιτεί σημαντική γνώση και εξοικείωση με τις τεχνικές της αυτόνομης κατάδυσης, αφετέρου γιατί ειδικά σε λιμναίο και ποτάμιο περιβάλλον η έρευνα γίνεται συνήθως σε συνθήκες εξαιρετικά χαμηλής ορατότητας.

Η ψευδοαρχαιολογία ενίοτε και απαγορευμένη αρχαιολογία, αποτελεί ένα ευρύ φάσμα ασύνδετων θεμάτων και προσεγγίσεων που ερμηνεύουν με μη επιστημονικό τρόπο ή κατά το δοκούν τις αρχαιολογικές μαρτυρίες. Ανάμεσα στα θέματα με τα οποία ασχολείται είναι ο εντοπισμός της Ατλαντίδας, η ιδέα ότι αστροναύτες από άλλους κόσμους επισκέφθηκαν τη γη στο παρελθόν ή η ύπαρξη ενεργειακών συνδέσεων ανάμεσα σε αρχαιολογικούς τόπους.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.